-τος

-τος
παραγωγική κατάληξη επιθέτων και ουσιαστικών όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, η οποία ανάγεται στην ΙΕ κατάληξη -to-, θεματική μορφή τής επέκτασης -t- (πρβλ. αρχ. ινδ. crutas, αβεστ. sruta-, λατ. in-clutus, ελλ. κλυτός). Η κατάληξη -τος απαντά κυρίως σε ρηματικά επίθετα, αρχικά σε σύνθετους τύπους, συχνά με το στερητικό - (πρβλ. -κίνη-τος, -σβεσ-τος, αλλά και πολύ-τρη-τος) αλλά και σε απλούς τύπους (πρβλ. πλεκ-τός, χυ-τός), οπότε και τονίζεται πάντοτε στη λήγουσα. Τα ρηματικά επίθετα σε -τος σχηματίζονται συνήθως: α) από τη μηδενισμένη (πρβλ. φυκ-τός: φεύγω, πισ-τός: πείθω) ή από τη συνεσταλμένη βαθμίδα τής ρίζας (πρβλ. δαρ-τός: δείρω, θε-τός: τί-θη-μι)
β) από δισύλλαβες ρίζες με μηδενισμένο το πρώτο και απαθές το δεύτερο φωνήεν (πρβλ. θνη-τός: θνήσκω, κλη-τός: καλῶ)
γ) από τις μακρόφωνες μορφές τού θέματος τών συνηρημένων ρημάτων (πρβλ. ποιη-τός: ποιῶ)
δ) από το θέμα τού ενεστ. (πρβλ. λεπ-τός: λέπω, στρεπ-τός: στρέφω, τρεπ-τός: τρέπω). Παράλληλα απαντούν και επίθετα σε -τος, τα οποία παράγονται από ουσιαστικά χωρίς τη μεσολάβηση ρηματικού τύπου, τα οποία εμφανίζουν συχνά τη μορφή -ωτός (πρβλ. ἀγέρασ-τος: γέρας, καρυ-ωτός: κάρυον, ὀδοντ-ωτός: ὀδοῡς), ενώ από ορισμένα από αυτά δημιουργήθηκαν υστερογενώς ρηματικά συστήματα (πρβλ. χόλος > χολωτός > χολῶ). Τα επίθετα σε -τος δηλώνουν συνήθως μια κατάσταση, μια ιδιότητα (πρβλ. γνωσ-τός, πισ-τός), χρησιμοποιήθηκαν όμως και για να δηλώσουν δυνατότητα, καταλληλότητα ή ικανότητα (πρβλ. ἀναβα-τός, λυ-τός, ὁρα-τός). Εξάλλου, μολονότι τα ρηματικά επίθετα σε -τος έχουν κυρίως παθητική σημασία (πρβλ. θε-τός, κλη-τός), ορισμένα εμφανίζουν ενεργητική σημασία (πρβλ. καρδιό-δηκτος) ή και τις δύο σημασίες (πρβλ. πισ-τός «αυτός τον οποίο μπορεί να πιστέψει κανείς» και «αυτός που πιστεύει»). Τα ρηματικά επίθετα σε -τος απαντούν και στη Νέα Ελληνική, χρησιμοποιούνται, όμως, παράλληλα και οι παθητικές μτχ. σε -μένος (πρβλ. αγα-πη-τός: αγαπη-μένος). Εκτός από τη βασική αυτή χρήση τής κατάληξης -τος για τον σχηματισμό τών ρηματικών επιθέτων, η κατάληξη αυτή απαντά και σε σημαντικό αριθμό ουσιαστικών και τών τριών γενών, τα οποία μπορεί να είναι αρχαϊκοί τύποι (πρβλ. χόρ-τος, πλοῡ-τος) ή παράγωγα ρημάτων (πρβλ. θάνα-τος, κωκυ-τός, και τα ουσιαστικοποιημένα πρόβατον, στρα-τός, φυ-τόν). Υπάρχουν επίσης ορισμένα θηλυκά σε -τη (πρβλ. ἀρε-τή, γενε-τή, τελε-τή). Αξίζει να σημειωθεί, εξάλλου, ότι η κατάλ. απαντά και με τη μορφή -ετος σε επίθετα και ουσιαστικά τα οποία προέρχονται είτε από μονοσύλλαβες είτε από δισύλλαβες ρίζες (πρβλ. ἄσχ-ε-τος, νιφ-ε-τός, κοπ-ε-τός, πάχ-ε-τος, πυρ-ε-τός, συρφ-ε-τός κ.ά.). Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν τα τακτικά αριθμητικά, τα οποία σχηματίζονται στην Ελληνική με την κατάληξη -τος (πρβλ. τρί-τος, τέταρ-τος κ.ά.), σε αντιδιαστολή προς την ΙΕ κατάληξη *-mo- (πρβλ. δέκα-τος: αρχ. ινδ. dacamas, λατ. deci-mus). Από τον τύπο εἰκοσ-τός γενικεύθηκε η κατάληξη -οστός (πρβλ. τριακ-οστός, εκατ-οστός, διακοσι-οστός, χιλι-οστός, μυρι-οστός, πολλ-οστός), ενώ από τον τύπο δέκατος προήλθε η κατάλ. -ατος, η οποία χρησιμοποιήθηκε σε ομηρικούς τύπους τακτικών αριθμητικών (πρβλ. ἑβδόμ-ατος, τρίτ-ατος), καθώς και σε ορισμένα επίθετα που δηλώνουν καθορισμένη θέση (πρβλ. μύχ-ατος, νέ-ατος, ὕστ-ατος, ὕπ-ατος). Τέλος, η κατάληξη -τος απαντά και στους υπερθετικούς τύπους τών επιθέτων με τις μορφές: α) -ιστος, από συγκριτικούς βαθμούς σε -ιων (πρβλ. ΙΕ κατάλ. *-is-to, αρχ. ινδ. svādisthas, αντίστοιχο τού ἥδιστος)
β) -τατος, από συγκριτικούς βαθμούς σε -τερος (πρβλ. ΙΕ κατάλ. *-tamas, από την οποία προήλθαν οι ελληνικοί τύποι σε -τατος κατ' επίδραση τών τύπων σε -ιστος και τών τακτικών αριθμητικών σε -(α)τος).Παραδείγματα ρηματικών επιθέτων σε -τος: ζεστός, θαυμαστός, θρεπτός, λεπτός, οσφρητός, πιστός, πλωτός, σμιλευτός, συρτός
αρχ.
κλυτός, λευστός, νηκτός, οδευτός, ψηκτός
νεοελλ.
διαλεχτός, ζηλευτός, κρεμαστός, μαγειρευτός, ξυπνητός, ταιριαστός. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα απλά ρηματ. επίθ. τής Αρχαίας δεν είναι πολλά, ενώ απαντούν πάρα πολλοί σύνθετοι τύποι: αδιάβλητος, ακίνητος, ακλόνητος, αμίμητος, ανίκητος, ανόητος, ανόρεκτος, δυσκίνητος, ευέλικτος, νεότμητος κ.ά.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • τος — (I) Α (κρητ. και θηρ. τ. αιτ. πληθ. τού αρσ. τού άρθρου ο) τούς. (II) τη, το, Ν 1. αδύνατος τύπος τής προσωπικής αντωνυμίας τρίτου προσώπου (α. «άκουσέ τον» β. «τού τό έδωσα» γ. «τής τό έφερα» δ. «τούς είδα» ε. «τίς άκουσα» στ. «τά μύρισα») 2.… …   Dictionary of Greek

  • -ιστός — (ΑΜ ιστός) παρεκτεταμένος τ. τής κατάλ. τος τών ρηματικών επιθ. (πρβλ. αγαπη τός < αγαπώ, λυ τός < λύω) από το θ. σε ισ τού αορ. πολλών ρημάτων (συνήθως σε ίζω), πρβλ. αρχ. κυλίνδω «κυλῶ», αόρ. ἑκύλ ισ α > κυλ ισ τός, νεοελλ. γεμ ίζω,… …   Dictionary of Greek

  • -τέος — α, ο / τέος, α, ον, ΝΜΑ καταλήξεις ρηματικών επιθέτων με τις οποίες δηλώνεται ότι πρέπει ή οφείλει να γίνει το σημαινόμενο τού ρήματος. Το επίθημα σε τέος, αβέβαιης ετυμολ., φαίνεται ότι αρχικά δεν είχε καμία σχέση με την κατάληξη τός. Μια… …   Dictionary of Greek

  • ύστατος — η, ο / ὕστατος, άτη, ον, ΝΜΑ (με χρον. και τοπ. σημ.) τελευταίος, έσχατος (α. «ήρθε την ύστατη στιγμή» β. «ἅμα θ oἱ πρῶτοι τε καὶ ὕστατοι», Ομ. Ιλ.) αρχ. 1. (για αξίωμα ή βαθμό) ανώτατος, ύψιστος 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ ὑστατη (ενν. ἡμέρα) η… …   Dictionary of Greek

  • Μάρλεϊ, Μπομπ — (Robert Nesta «Bob» Marley, Σεντ Ανς, Τζαμάικα 1945 – Μαϊάμι, Φλόριντα, ΗΠΑ 1981). Τζαμαϊκανός μουσικός. Ο Μ. υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος της ρέγκε (reggae), ενός τοπικού μουσικού ιδιώματος της Καραϊβικής, στο οποίο ο ίδιος εισήγαγε στοιχεία… …   Dictionary of Greek

  • ηλέματος — ἠλέματος, δωρ. και αιολ. τ. ἀλέματος, ον (Α) 1. μωρός, ανόητος, μηδαμινός 2. (το ουδ. πληθ. ως επίρρ.) ἠλέματα μάταια επίρρ... ἠλεμάτως (Α) 1. με οκνηρία, ευτελώς 2. μάταια. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ηλε τού ηλεός* + μα τος (< μέ μον α «σκέπτομαι… …   Dictionary of Greek

  • καρτός — καρτός, ή, όν (AM) 1. αυτός τον οποίο μπορεί κάποιος να κόψει σε τεμάχια 2. ο κομμένος σε τεμάχια αρχ. ο κομμένος με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι λείος. [ΕΤΥΜΟΛ. < καρ τός (< θ. καρ , συνεσταλμένη μεταπτωτική βαθμίδα τής ρίζας κερ τού κείρω,… …   Dictionary of Greek

  • πρώτος — η, ο / πρῶτος, ώτη, ον, ΝΜΑ, δωρ. τ. πρᾱτος, ον, Α 1. αυτός που προηγείται όλων τών άλλων ως προς τον χρόνο, τον τόπο, τον βαθμό, την ποιότητα, την αξία, τη θέση που έχει σε μια αριθμητική σειρά ή και το αξίωμα που κατέχει σε μια ιεραρχική τάξη… …   Dictionary of Greek

  • πόκος — ὁ, ΝΜΑ, αιολ. τ. πόκτος, ετεροκλ. πληθ. πόκες και πόκαι, αί, Α ακατέργαστο μαλλί κουρεμένου προβάτου αρχ. 1. κοτσίδα κατεργασμένου ερίου, τουλούπα μαλλιού 2. παροιμ. α) «εἰς ὄνου πόκας» σε μέρος που κουρεύουν τα γαϊδούρια, δηλ. πουθενά β) «ὄνου… …   Dictionary of Greek

  • Im Anfang war das Wort — Epsilon Inhaltsverzeichnis 1 Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”